Top Definition
A verb, swannicking is the act of gay men ejaculating into each others mouths after masturbating each other and then kissing with the semen still warm on the others tongue.
Did you hear about Gay1 and Gay2? Yeah, they totally swannicked last night!
από qgulvtju 10 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.