Top Definition
A term meaning "swear" often used by country folk, usually Christians or old people.
"I swanty those kids will be the death of me"
από TLogsdon 27 Σεπτέμβριος 2007
4 Words related to swanty

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.