A sexual act in which the the 'receiver' has their mouth filled with tissue paper/toilet roll and the 'giver' proceed to have anal sex with them.
This culminates in using the stuffed tissue paper to wipe ones-self with.
"I would so give her a Swedish Hankerchief"
από La Magrá 14 Μάιος 2007
6 Words related to swedish hankerchief

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×