Top Definition
the act of spending money on someone, mainly a female. Splurging, spending tons of cash without regret or care.
1.If you were smart, you would make that bitch swipe swipe for you on your date
2.Gina wants your dick, huh? Man, make her go to footlocker, swipe swipe, and leave her ass.
από flawless772 9 Σεπτέμβριος 2005
5 Words related to swipe swipe

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.