Top Definition
A young woman who wears 16 layers of clothing when its 100 degrees outside. Stays inside the house for months to avoid getting a tan. Someone who listens to rock underground emo bands, and shoots insulin into pancreas when not needed.
"Look at that dork, freak, werid girl, she is such a taguhi!"
από Sarem 14 Αύγουστος 2007
4 Words related to taguhi

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×