Top Definition
to take a fifteen minute break in order to masturbate or have quick sexual relations with a partner in a random room.
dude, adam and steve are taking a fifteen in the garage--do not go in there.
από Brian Bryant 19 Αύγουστος 2008
5 Words related to taking a fifteen

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.