Top Definition
v., to go down ignominiously by lashing out irrationally and hopelessly at an enforcement authority when caught in violation of a rule.

From the phrase "Titanic and iceberg".
Joe tandberged the league commissioner when his ineligible football pool pick was discovered.
από Sam Wordman 14 Νοέμβριος 2009
5 Words related to tandberg

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×