Top Definition
A wicked temper tantrum thrown by fat guys named Andrew, usually after all the food has ran out, or a girlfriend breaks up with him. Comes from the latin word Drewius Smallpeckertronius.
Hey hey drewy! Calm down, we can get more nachos ole! No need to throw a tandrewtrum here!
από your mom and grandmother 31 Ιούλιος 2006
5 Words related to tandrewtrum

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.