Top Definition
Smoker. Possibly derived from tar-lungs or similar.

Pronounced Tah Ree, emphasis on the first syllable.
I had to wait for the bus standing up cos some tarrie was breathing smoke all over the shelter.
από Maggie Bloome 16 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×