Top Definition
Spam. Usually used when someone has nothing else to say, or when the spammer is a eighty-year old man with nothing else to say.
Spammer: tdfasfdyksjfsdajf
Other person: shut up.
από Drunk Justin Beiber 9 Φεβρουάριος 2014
5 Words related to tdfasfdyksjfsdajf

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×