Top Definition
One who compusively purchases furniture made of teak.
"Janice just bought a teak toilet seat. What a teaker!"
από Sleek Greek Shiek Monique 31 Μάρτιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×