Top Definition
to make of with tea, to soak in hot, warm or cold tea water. Intended to make your skin dark, for the weridos out there.

or to make a lot of tea
Ive got to tealize, the bath tub is full now with extra large teabags, I've left them in for a hour.. they should be done by now.

did you tealize today?
από -z 25 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×