Top Definition
Small, gravity-defying breasts.
Kathy's slender body and gravity-defying teatlets make her look much younger than her 35 years.
από anonymouse0106 25 Σεπτέμβριος 2006
1 more definition
A smaller than average teat.

Milk reservoirs that yield a frustratingly small volume of milk, or melk, even after a vigorous effort of sucking.
Goddam lookit them teatlets

Shit why won't these teatlets gimme mah melk
από rubiks19 25 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×