Top Definition
Something or someone both tedious and tiresome.
Long and drawn out.
Something which makes you loose interest.
Reading my philosophy assignment is tedersome.
Waiting in line at the DMV is tedersome.
Balancing my checkbook is tedersome.
Getting my teeth cleaned at the dentist office is tedersome.
από George C. Frank 23 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×