Top Definition
The act of climbing under a locked bathroom stall door in order to get into it
Yo during lunch I walked in and saw some kid tedeskeying his way under a stall to get in for a dip.

Dude, the door was locked and I had to take a dump so I tedeskeyed that shit.
από Jerry 'Teddy Bear' Morelli 25 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×