Top Definition
(adj.)1. the act of being uncool. 2. having to check the sors. 3. callin something or someone a homosexual.
(n) 1. something that is homosexual. 2. something that is uncool.
Wow, that shirt is pretty tehgaysor.
That car looks tehgaysor with chrome rims.
από Nealkumar Patel 19 Νοέμβριος 2007
5 Words related to tehgaysor

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.