Top Definition
(noun) A large gelatinous blob with a flat top and a hyperactivity problem
-often attracted to duct tape

(verb) to act in the way of the teper
goddamnit stop being such a teper

O MY GOD YOU'RE TEPERING ALL OVER THE PLACE!!!
από DownWithWindows 17 Ιανουάριος 2005
5 Words related to teper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×