Top Definition
Something full of being terrific; the state of being terrific. Often used in a somewhat sarcastic sense.
Person 1: It's raining.
Person 2: O, what terificness .


Puppies = terrificness !
από Scooterest22 31 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.