Top Definition
A packrat; a collector lacking discernment or moderation; a person who compulsively accumulates obsolete or useless things; an eBay addict;
Packrat: Hey, boss, look at this pager that I got on eBay!

Packrat's boss: (Staring at Packrat's messy workbench) Man, you're a thingaholic.
από kkk72 27 Φεβρουάριος 2007
6 Words related to thingaholic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×