Top Definition
The state of having a craving for copious shots of no nonsense hard alcohol.
John: "What's up Dude! Better reach in the cooler and grab you one of them beers".

Craig: "No thank you man, I'm thirsky, pour me a double shot of that Crown Royal".
από kentaylor 18 Μάιος 2007
5 Words related to thirsky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.