Top Definition
an unhealthy, uncontrollably strong desire to do something...on the verge of being sexual...needs quenching.
Dude was thirstballin for some cheetos.
από SMT31 26 Οκτώβριος 2006
5 Words related to thirstballin

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.