Top Definition
adj. A female who has an ass that is tight and firm enough to publicly be seen in a thong. See also "thongin'."
Wow, look at that ass... she's majorly thongable.
από Jockeys 4 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.