Top Definition
1. a person who shops at many different thrift stores, thereby often finding wonderful deals.
2. One who feels the urge to brag about every single piece of crp they find at a thrift store.
Becky is such a thrift whore- she found a flying horse for a dollar!
από phorks 30 Αύγουστος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.