Top Definition
Derived (by suburban white kids) from Houston's 'throwed' meaning
1. drunk, leanin or otherwise not sober
2. something bad
1. maan, we thrizzowd in the game
2. her ass looks fine but her face is thrizzowd
από eatin hohos 7 Δεκέμβριος 2006
5 Words related to thrizzowd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×