Top Definition
When one looses his or her ability to stand or walk after consuming to many alcohlic beverages. A genetic trait of the Thrall family.
"Gary, you just throbbled across the yard and fell onto the beer pong table! Where are you pants?"
από Brian Spicer 13 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to throbble

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×