Top Definition
The yelling, screaming and mainly primal grunting sounds made by climbers, and other athletes such as shot putt throwers when performing a particularly strenuous move such as at the crux.
Wow, did you hear Shelley thruxing her way through the crux.
από bobthecoder 3 Ιούλιος 2009
5 Words related to thruxing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.