Top Definition
Someone who has absoulutely no control of their liquour, and Frequently goes on drunken tirades. Wreaking havoc on anyone or thing in his path. Usually of Native American descent.
Damn, Thunderbear went off last night and broke my lamp
από mike 12 Απρίλιος 2004
6 Words related to thunderbear

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×