Top Definition
Someone who is:
a) ticklish
and/or
b) tickling someone else.
and/or
c) Joey.

Joe is a tickle nickel.
#tickel #nickle #tickle #nickel #ticklish
από enc 25 Μάρτιος 2008
5 Words related to tickle nickel
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×