the quality or property of being ticklish.
Kim had to stop giving Chris a foot rub because of his ticklishness.
από Marty 23 Οκτώβριος 2003
When someone is uber (large amounts) ticklish.
Anna will never die of ticklishness, but Brandon will...or could. :)
από Anna the Coolest 12 Μάρτιος 2007
The amount of tickle one feels.
I was born with high ticklishness.
από Big Beefy Mac Daddy 22 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×