Top Definition
noun. Anxiety that continues after the source of worry has passed.
Although the exam was over, tidal pool anxiety prevented the student from enjoying a relaxing game of split-a-fifth.
#stress #anxiety #exams #worry #police #nervousness
από MrPopInFresh 10 Δεκέμβριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×