Top Definition
A tiku or group of tikus forming a syntactic constituent with a single grammatical function. See also Tiku 1942.
A tiku tiku is a tiku in his own right.
από bozobozozozozozo 7 Οκτώβριος 2006
5 Words related to tiku tiku

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×