Top Definition
To get one's naughty bits all excited: Bumpy nipples, twitchy pussy or hard-on.
Diane gets all tingly when I suck on her earlobes.
από Chuck D. Bones 27 Νοέμβριος 2010
1 more definition
tingly - a painkiller.
I took a tingly last night.
από charlesbronson 22 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×