Top Definition
A devastating medical condition specific to men that once it strikes leaves the victim incapacitated and incapable of doing anything.

No known cure but time.
You know, when you're like on the couch and it's like "Damn, I've got tingly dick. Well I'm not going anywhere now."
από MKH - Don't playa hate 3 Οκτώβριος 2006
6 Words related to tingly dick

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×