Top Definition
Originally defined specifically for prostitutes and madams in the wild west, but has since spread to apply to all persons selling themselves for money.
For instance,

"That girl was a bonified, first-class tit wiggler."

"I agree good sir, she sold me with her impressive tit wiggling skills"
από FreeformPaul 23 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×