Top Definition
A combination of tits and hypnotic.
When someone enters into a trance through the constant staring at breasts.
One can be titnotised by either male or female breasts.
"Dude, he's totally entered a titnotic trance!"
"Mate, he's been titnotised. There's nothing we can do to help him now."
από conorandgrech 17 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.