Top Definition
To be hypnotised by a lady's breasts - i.e. to be so engrossed that you cannot stop staring or concentrate on anything else.
"He just stared at my rack and kept saying 'yeah', 'uh-huh' and not really listening to anything I said!"
"Well, he was obviously completely titnotised."
από Francesca G 16 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.