Top Definition
A noun for either:
1) A tatoo on a tit.
2) A tatoo'd tit.
3) A broad with a tatoo'd tit.
Mrs. Mc'Clein has a titoo, i saw it when she kept dropping her pen on the first day of school.
από Jay Bhula 31 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×