Top Definition
To be so upset or containing similar emotional distress that one avoids social contact and "hides in one's shell."
Isaac was so upset after his girlfriend dumped him that he decided to be a turtle for the night until he felt a little better.
από gloomhaven 7 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to to be a turtle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.