Top Definition
(verb) to push people away by being overly clingy. This may involve excessive texting, facebook chatting, etc.

Those who becks are usually deemed annoying and are therefore avoided.
I was friends with her, but she becksed me.

She was becksing Tom, so he blocked her.

I am going to becks her.
από ffld203 30 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.