Top Definition
(v): Of men only, to chat inside a tent or another room whereby others not inside the tent or room can hear deep, dull sounds but no words.
Girls: We heard you burbling last night, Will.
Will: We went straight to sleep!
Girls: You must have been burbling in your sleep, then.
από G-Llo 26 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.