Top Definition
For an English person to hook up with a non-English person; especially when a British man seduces a woman from another part of the British Commonwealth (e.g. Canada, Australia, New Zealand).
"The plan is to colonise some Aussie tourists soon, 'cos I haven't been laid in ages!"
από Cecil Longbottom 1 Δεκέμβριος 2009
7 Words related to to colonise

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.