to nitpick, overanalyze, overscrutinize, count one's own opinion as fact and the opinions of others as wrong, to extrapolate extravagant claims from simple statements, to argue about everything regardless of whether or not you actually care, etc.
I'd hate to veikko you on this, but...
από Adelphos 20 Νοέμβριος 2008
5 Words related to to veikko

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×