Top Definition
The degree to which an individual is being a tool. Measured in a logarithmic scale .
Matt offered to rewrap Megan's taco, thereby increasing his toolocity five-fold.
από Cooper 2 Δεκέμβριος 2004
1 Word related to toolocity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.