Top Definition
the act of doing a line of coke then running your ass all around teh dorms naked while people stare out hte windo laughing at you
john is all geeked-up and hes gone and done a tooloo again
από Jordan K 10 Φεβρουάριος 2005
4 Words related to tooloo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×