Top Definition
toosh(adj.): an uncool person, flake, fake, or poser; biggest loser on the planet.

toosh(verb): to act uncool or screw something up by be being stupid/uncool; to push one's luck and fail miserably w/great shame; to flake out.
Fabio is a toosh.

GW Bush really tooshed it w/ the war on Iraq.
από pussy destructo 3 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×