Top Definition
to act in a manner of extreme trampyness.
To whore oneself to a number of men/ women, with no remorse or feeling of shame.
"Whoa, that party last night was total debauchery and trampitude."
από Ali the tramp 14 Ιούλιος 2006
6 Words related to trampitude

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×