Top Definition
(noun) A singer who can move from the one part to another part of the choir easily.
The choir director must really value Steve's vocal versatility, he's such a transectional.
από defgrl 3 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.