Top Definition
a tall male, who has an okay personality, but the other part of his life is based of being a whore. who works on the streets and hires girls to love him. a big time lover. but a whore in the end.
If you know trevor, you'd know hes a trevwhore.
από damn man 17 Ιούνιος 2008
5 Words related to trevwhore

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.