Top Definition
1. Having characteristics that deserve a trophy. 2. Of, or pertaining to, a trophy; trophy-like.
1. That was a trophetic performance. 2. Dude, trophetic hat!
από The Reverend Jared A. H. Paul 21 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×