The act of a man defecating into the belly button (navel) of his sex partner or room mate, immediately followed by using his erect penis to smooth out the feces flush to the surrounding area; similar to using a trowel.
I love it when Tom is troweling me when we're making love!
από McDuk 25 Ιούλιος 2009
Having unsanitary sex.
They were troweling in the mud.
από AWE-STIN 29 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×